Ο ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσας

Απόσπασμα από το πρωτότυπο του 1605

Πρόλογος

Αδρανής αναγνώστη, χωρίς να το ορκιστείς, μπορείς να πιστέψεις πως θα ήθελα αυτό το βιβλίο, τέκνο του νου μου, να είναι το ωραιότερο, το πιο λαμπρό και το πιο ευφυές που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όμως, δεν μπόρεσα να παραβώ τη φυσική τάξη των πραγμάτων· γιατί μέσα στη φύση, καθετί γεννά το όμοιό του. Κι έτσι, τι άλλο θα μπορούσε να γεννήσει ο άγονος και άτεχνος νους μου, παρά την ιστορία ενός παιδιού άκαμπτου, μαραμένου, αλλοπρόσαλλου και γεμάτου σκέψεις παράδοξες και πρωτόγνωρες, όπως εκείνου που γεννήθηκε στη φυλακή, όπου η δυστυχία έχει την κατοικία της και κάθε λυπηρός ήχος βρίσκει καταφύγιο; Η ηρεμία, η γαλήνη του τοπίου, η ευφορία των αγρών, η καθαρότητα του ουρανού, το ψιθύρισμα των πηγών, η γαλήνη της ψυχής—όλα αυτά συντελούν στο να καταστήσουν και τις πιο άγονες μούσες γόνιμες, γεννώντας έργα που γεμίζουν τον κόσμο με θαυμασμό και ευφροσύνη. Συχνά ένας πατέρας αποκτά τέκνο άσχημο και άχαρο, όμως η αγάπη του του θολώνει τα μάτια, ώστε να μη βλέπει τις ατέλειες του παιδιού του· αντίθετα, τις θεωρεί χαρίσματα και αρετές και τις διηγείται στους φίλους του σαν πνευματώδεις εξυπνάδες. Όμως εγώ, που, αν και φαίνομαι πατέρας, δεν είμαι παρά θετός γονιός του Δον Κιχώτη, δεν θέλω να ακολουθήσω τη συνήθη πρακτική ούτε να σε ικετεύσω με δάκρυα στα μάτια, όπως κάνουν άλλοι, αγαπητέ μου αναγνώστη, να συγχωρήσεις ή να παραβλέψεις τα σφάλματα που θα βρεις σε αυτό το τέκνο μου. Δεν είσαι ούτε συγγενής ούτε φίλος του, έχεις την ψυχή σου στο σώμα σου και την ελεύθερη βούλησή σου όπως κάθε άνθρωπος, και βρίσκεσαι στο σπίτι σου, όπου είσαι κύριος, όπως ο βασιλιάς στη βασιλεία του. Και γνωρίζεις τη ρήση που λέει: «Κάτω από τον μανδύα μου, μπορώ να σκοτώσω και βασιλιά». Όλα αυτά σε απαλλάσσουν από κάθε δέσμευση και υποχρέωση· και έτσι, μπορείς να πεις για την ιστορία ό,τι σου φανεί, δίχως φόβο μήπως σε κακολογήσουν για τα κακά της ή σε επαινέσουν για τα καλά της.

Μονάχα θα ήθελα να σου την προσφέρω γυμνή και απαλλαγμένη από στολίδια, χωρίς τον συνηθισμένο πρόλογο, χωρίς την ατέλειωτη απαρίθμηση και τον κατάλογο των καθιερωμένων σονέτων, επιγραμμάτων και εγκωμίων που τοποθετούνται συνήθως στην αρχή των βιβλίων. Γιατί σου λέω με βεβαιότητα πως, αν και μου κόστισε κόπο η συγγραφή της, κανένας μόχθος δεν στάθηκε μεγαλύτερος από τη σύνταξη αυτού του προλόγου που διαβάζεις. Πολλές φορές πήρα την πένα να γράψω και άλλες τόσες την άφησα, μη γνωρίζοντας τι να πω· και, βυθισμένος σε συλλογισμούς, με το χαρτί μπροστά μου, την πένα στ’ αυτί, τον αγκώνα στο γραφείο και το χέρι στο μάγουλο, προσπαθώντας να βρω τα λόγια, μπήκε απροσδόκητα ένας φίλος μου – πνευματώδης και ευφυής. Βλέποντάς με τόσο απορροφημένο, με ρώτησε την αιτία. Και εγώ, χωρίς να του την κρύψω, του είπα πως συλλογιζόμουν τον πρόλογο που έπρεπε να γράψω για την ιστορία του Δον Κιχώτη και πως βρισκόμουν σε τέτοια αμηχανία, ώστε ούτε ήθελα να τον γράψω ούτε να φέρω στο φως τις περιπέτειες αυτού του ευγενικού ιππότη.

Διότι, πώς θέλετε να μη με συγχύζει η σκέψη για το τι θα πει ο παλαιός νομοθέτης που ονομάζεται λαός, όταν δει πως, ύστερα από τόσα χρόνια λησμονιάς και σιωπής, εμφανίζομαι τώρα, με όλα τα γηρατειά μου βαριά στους ώμους, φέρνοντας μια αφήγηση ξερή σαν το σπαρτό, στερημένη από επινοητικότητα, φτωχή σε ύφος, άδεια από νοήματα και ολότελα ξένη προς την παιδεία και τη γνώση; Χωρίς υποσημειώσεις στα περιθώρια, δίχως σχόλια στο τέλος του βιβλίου, όπως βλέπω να κάνουν άλλοι, ακόμη και σε έργα φανταστικά ή ανάξια λόγου, γεμίζοντας τα κείμενά τους με ρητά του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και ολόκληρης της ακολουθίας των φιλοσόφων, ώστε να εντυπωσιάζουν τους αναγνώστες και να θεωρούνται λόγιοι, σοφοί και ρητορικοί. Και τι να πει κανείς όταν παραθέτουν τη Θεία Γραφή; Τους αποκαλούν τότε άλλους Θωμάδες Ακινάτες και άλλους διδασκάλους της Εκκλησίας, τηρώντας μια τόσο ευφυή διακόσμηση, ώστε σε μια αράδα να περιγράφουν έναν αφηρημένο ερωτευμένο και στην επόμενη να παραθέτουν έναν μικρό χριστιανικό λόγο, που είναι απόλαυση να τον ακούει ή να τον διαβάζει κανείς. Όλα αυτά θα λείπουν από το βιβλίο μου, γιατί ούτε σχόλια έχω να σημειώσω στο περιθώριο, ούτε παραπομπές να προσθέσω στο τέλος, ούτε ξέρω ποιους συγγραφείς να επικαλεστώ στην αρχή, όπως κάνουν όλοι, παρατάσσοντας τα ονόματά τους κατά σειρά του αλφαβήτου, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη και φτάνοντας ως τον Ξενοφώντα και τον Ζώιλο ή τον Ζεύξη—αν και ο πρώτος υπήρξε δεινός επικριτής και ο δεύτερος ζωγράφος. Ομοίως, το βιβλίο μου δεν θα διαθέτει σονέτα στην αρχή, τουλάχιστον όχι σονέτα γραμμένα από δούκες, μαρκήσιους, κόμητες, επισκόπους, κυρίες ή περιώνυμους ποιητές· αν και, αν το ζητούσα από δύο-τρεις φίλους μου, γνωρίζω καλά πως θα μου τα έδιναν, και μάλιστα τέτοια που δεν θα υστερούσαν από εκείνα των πλέον διακεκριμένων ποιητών της Ισπανίας μας. Τελικά, αγαπητέ μου κύριε και φίλε, αποφασίζω πως ο κύριος Δον Κιχώτης θα μείνει θαμμένος στα αρχεία της Μάντσας, ώσπου η μοίρα να του στείλει κάποιον που θα τον στολίσει με όλα εκείνα που του λείπουν· γιατί εγώ αδυνατώ να τα προσφέρω, εξαιτίας της ανεπάρκειάς μου και της πενιχρής μου μόρφωσης, και γιατί από φυσικού μου είμαι νωθρός και οκνηρός στο να αναζητώ συγγραφείς που να λένε εκείνα που μπορώ να πω κι εγώ χωρίς αυτούς. Από εδώ, φίλε μου, πηγάζει η αμηχανία και η ταραχή στην οποία με βρήκες· και όσα άκουσες από εμένα, αρκούν ως αιτία που με έφερε σε αυτήν.

Άρθρα ιστολογίου